Αρχειοθήκη ιστολογίου

Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

ΧΑΡΙΤΩ ...ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ 1ο μέρος.












ΧΑΡΙΤΩ… χαριτωμένη

Όλοι ξέρουμε το παραμύθι της μικρής γοργόνας
που λέει,  πως αγάπησε τρελά το βασιλόπουλο που ναυάγησε μια νύχτα στα βαθιά μαύρα νερά της θάλασσας.
Μια παρόμοια ιστορία λίγο διαφορετική μιλάει για μια άλλη μικρή γοργονίτσα που την λέγανε Χαριτώ , δηλαδή χαριτωμένη  κι είχε όλες τις χάρες μαζεμένες.  Έτσι κι αυτή μια νύχτα  έσωσε  ένα βασιλόπουλο που βούλιαξε το καράβι του κι ένιωσε τόσο μεγάλη αγάπη γι αυτόν που δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο παρά πώς να μείνει για πάντα κοντά του, γυναίκα του και βασίλισσά του .
 Όμως  δεν μπορούσε να  ζήσει μαζί του γιατί ήταν πλάσμα πελαγίσιο και αντί για πόδια είχε ουρά ψαρίσια.   Έκλαψε η μικρή γοργονίτσα, παρακάλεσε τον πατέρα της τον βασιλιά που κυβερνούσε τις θάλασσες και τα πελάγη, να την αφήσει να ζήσει στη στεριά και να της χαρίσει δυο πόδια, αλλά εκείνος ούτε που να το ακούσει.  Οι αδελφές της την περιγελούσαν γιατί δεν ήξερε να κρατήσει τη θέση της. Θα ξέπεφτε έτσι χαμηλά για ένα θνητό ; 
«Είναι άτιμα πλάσματα οι θνητοί, άπιστοι και συμφεροντολόγοι, δεν θα σ΄ αγαπήσει  ποτέ αληθινά και τότε τι θα απογίνεις εσύ;»
  Η μικρή άμυαλη γοργόνα δεν υπολόγισε τίποτα προκειμένου να ζήσει με τον άνδρα που αγαπούσε. Πήγε και βρήκε την Μέδουσα την κακιά αδελφή της μάνας της , αυτή μπορούσε να της χαρίσει δυο πόδια , αλλά το αντίτιμο θα ήταν πολύ βαρύ και σκληρό.
Η Μέδουσα γέλασε με σαρκασμό και κακία, όταν είδε την ανόητη μικρή να κλαίει και να την παρακαλάει.
«Τι θα μπορούσες να θυσιάσεις,  για να σου χαρίσω δυο πόδια ;  Ξέρεις πως χωρίς αντάλαγμα δεν δίνω τίποτα εγώ.»
«Ότι μου ζητήσεις μεγάλη και τρανή μου θεία.»
«Θέλω … τα αρσενικά παιδιά σου… όλα ! Ακόμα κι αυτά που θα αποκτήσουν οι κόρες σου , οι εγγονές σου οι δισεγγονές σου … στον αιώνα των αιώνων. Όλα τα αρσενικά παιδιά σας θα ανήκουν σε μένα. Συμφωνείς  λοιπόν ;»
«Ναι , ναι , ναι  … αυτό θέλεις μόνο ; Συμφωνώ ! Δώσε μου δυο πόδια και όλα τα αρσενικά παιδιά μου χάρισμά σου.»
«Εντάξει , η συμφωνία έκλεισε , δεν μπορείς να το μετανοιώσεις τώρα.  Ότι λέμε .. δεν ξελέμε…»
Η  απερίσκεπτη μικρή γοργονίτσα δεν υπολόγισε πόσο σκληρή ήταν η συμφωνία που έκανε .  Εκείνη την στιγμή δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο παρά το πώς θα βρει την ευτυχία της δίπλα στον άνδρα που αγαπούσε . Όλο χαρά ετοιμάστηκε να βγει στη  στεριά να βρει τον αγαπημένο της. Φτηνά της ήρθε το αντίτιμο που ζήτησε η Μέδουσα. Περίμενε κάτι πιο ακριβό.   Έτσι νόμιζε με την νεανική της αφέλεια .
Η γριά και σοφή παραμάνα  μόλις την είδε να φεύγει,  έντρομη κατάλαβε τι είχε συμβεί.
«Τι έταξες άμυαλη μικρή στην Μέδουσα; Να ξέρεις ότι ποτέ δεν θα ξεφύγεις απ΄ αυτήν τη κατάρα.»
Μόλις άκουσε την συμφωνία που έκανε τόσο επιπόλαια  η Χαριτώ ,  άρχισε να τραβάει τα μαλλιά της.
«Τι να κάνω για να σώσω τα παιδιά σου ανόητη μικρή. Έχω κι εγώ δύναμη αλλά όχι τόση όσο έχει η Μέδουσα.»
Σκέφτηκε , σκέφτηκε η δόλια η παραμάνα και είπε με δυνατή φωνή για να ακουστεί σ΄ όλα τα πελάγη.
«Τα  αρσενικά παιδιά που ανήκουν στην Μέδουσα θα είναι μόνο εκείνα που θα γεννηθούν από μάνα που θα έχει το σημάδι της γοργόνας.  Δεν θα είναι όλες οι κόρες σου γεννημένες  μ΄ αυτό το σημάδι γιατί θα έχουν ανακατεμένο αίμα απ΄ τους θνητούς πατέρες τους. Μόνο εκείνες που θα κρατάει η γενιά τους από σένα θα έχουν την κατάρα.»
Η μικρή γοργόνα όμως δεν άκουσε τίποτα απ’ όλα αυτά, γεμάτη χαρά είχε βγει στη στεριά και περπατούσε στα δυο πόδια της… έτρεχε να
ανταμώσει τον άνδρα που αγαπούσε.  

Παντρεύτηκαν και ζούσαν ευτυχισμένοι , απέκτησαν τρεις γιους και τίποτα δεν τους στενοχωρούσε . 
Η μικρή γοργονίτσα τώρα λεγόταν  Χαριτίνη και είχε   γίνει πια  τρανή βασίλισσα και δίπλα στον άνδρα της το βασιλιά κυβερνούσε την όμορφη και χαρούμενη πολιτεία του , που βρισκόταν στα παράλια μιας απέραντης  γαλάζιας θάλασσας . 
Είχε ξεχάσει την υπόσχεση που είχε δώσει στην θεία της την Μέδουσα και πίστευε πως κανείς δεν θα τολμούσε να πειράξει τα παληκάρια της . 
Ο πρώτος της γιος ήθελε να γίνει καραβοκύρης.  Να ταξιδεύει και κυβερνάει τις θάλασσες και τα πελάγη, να γνωρίσει κι άλλους τόπους και άλλα μέρη . 
Ήρθε λοιπόν η κακιά στιγμή , εκεί που αρμένιζε στα πέλαγα να τον δει η Μέδουσα που τον μυρίστηκε απ’ στα σκοτεινά βάθη της θάλασσας που είχε το παλάτι της .  Κούνησε με ορμή τα φιδίσια της μαλλιά και σήκωσε κύμα και φουρτούνα μεγάλη και βούλιαξε το καράβι . 
Μεγάλη θλίψη και πένθος έπεσε στη χαρούμενη πολιτεία της Χαριτίνης και του βασιλιά του άνδρα της , που χάθηκε το πρώτο τους παληκάρι , ο διάδοχος του θρόνου . 
Η Χαριτίνη δεν κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα να ξεπληρώσει το χρέος της .  Δεν το θυμήθηκε καθόλου. Βυθισμένη στην θλίψη της , το μόνο που θα της έδινε χαρά θα ήταν ένας  μεγαλοπρεπής γάμος που θα έκανε ο δεύτερος γιος της με την πιο όμορφη και καλή βασιλοπούλα που ζούσε σε μια μακρινή πολιτεία , πέρα απ’ την θάλασσα αυτή .  Η χάρη της είχε φτάσει στα πέρατα της οικουμένης και η Χαριτίνη σκέφτηκε πως θα ήταν η μοναδική γυναίκα που άξιζε  στον δευτερότοκο που τώρα πια ήταν και ο διάδοχος του θρόνου .
 Στείλανε προξενιά και ο γάμος συμφωνήθηκε με την ευχή και την χαρά των γονιών της .
Φόρτωσαν λοιπόν το πιο γρήγορο και όμορφο καράβι με προικιά και πλούσια δώρα , κασέλες με μεταξωτά και βελούδα , χρυσά και τζοβαΐρια και μαζί πήγε και  ο  γαμπρός  να φέρει ο ίδιος την νύφη στο βασίλειο του.
Δεν πρόλαβε όμως ο δύστυχος να φτάσει , η Μέδουσα παραφύλαγε  στα σκοτεινά της παλάτια  και τον ρούφηξε κι αυτόν με ολόκληρο το καράβι και τους ναύτες στο μαύρο το βυθό .
Έπεσε θρήνος και οδυρμός . Η Χαριτίνη ξέσκιζε με τα νύχια της τα μάγουλά της και ξερίζωνε τα μαλλιά της, δεν άντεχε κι άλλη  τέτοια συμφορά.
Μα και πάλι δεν θυμήθηκε το χρέος της . 
 Τώρα της είχε απομείνει ο τρίτος και μονάκριβος γιος της . 
Τον λάτρευε και τον αγαπούσε όσο και τα άλλα δυο της αγόρια τα αδικοχαμένα .  Κι ακόμα πιο πολύ .
Ήταν τέτοια η ομορφιά του που θάμπωνε και τον ήλιο τον ίδιο.  Ήταν ακόμη μικρός για γάμο , αλλά εκείνη ονειρευόταν την στιγμή , που θα τον έβλεπε ντυμένο στα χρυσοποίκιλτα ρούχα του να στέφεται βασιλιάς στον θρόνο του πατέρα του .
Μια μέρα ηλιόλουστη  και ζεστή , ο μικρός ζήτησε απ’ την μάνα του να τον αφήσει να πάει με τους φίλους του για ψάρεμα .
Η Χαριτίνη  δεν  του αρνήθηκε . Γιατί να του αρνηθεί άλλωστε ; Πρώτη φορά θα πήγαινε με τη βάρκα και τους φίλους του για ψάρεμα ;   Η ίδια σαν πλάσμα νερένιο και πελαγίσιο  που ήταν,την λάτρευε την θάλασσα .  Μέσα στα βαθιά νερά της είχε μεγαλώσει , εκεί ζούσαν  ο πατέρας της ο Ποσειδώνας , η μάνα  και οι αδελφές της και όλο της το σόι .   Τους θυμόταν που και που και τους νοσταλγούσε , αλλά είχε θελήσει να αλλάξει τη ζωή της , να γίνει θνητή  και τώρα πια δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω.    Γι’ αυτό και τα αγόρια της αγαπούσαν τόσο πολύ τα νερά της θάλασσας , την είχαν μες το αίμα τους . Κι αυτή  δεν τα κρατούσε μακριά της  γιατί είχε ξεχάσει την σκληρή συμφωνία που είχε κάνει με την Μέδουσα.
Εκείνη την ημέρα που ο μικρός ο γιος της βγήκε με τους φίλους στα ανοιχτά με τη βάρκα , η Χαριτίνη στεκόταν στο μπαλκόνι της και αγνάντευε το γαλανό πέλαγος  ,  κοιτούσε τη βαρκούλα  με τον γιο της μέχρι που έγινε μια μικρή κουκίδα στον ορίζοντα. 
Κάτι της έσφιξε την καρδιά και ένα κακό προαίσθημα την βασάνισε .  Έτσι είχε νιώσει και τότε, όταν χάθηκε ο πρώτος και μετά ο δεύτερος γιος της .
« Γύρνα πίσω παιδί μου !»  φώναξε μέσα απ’ την ψυχή της , αλλά πια ήταν πολύ αργά . 
Κι  εκεί που έλαμπε ο ήλιος και όλα ήταν χαρά Θεού , η μέρα σκοτείνιασε και συννέφιασε . Ένα ξαφνικό μπουρίνι ξέσπασε με μανία . Βροχή και αέρας φοβερός  ξεσήκωσαν τα κύματα και πνίξανε την βαρκούλα , μαζί και το μικρό γιο της και τους φίλους του .            
Η Χαριτίνη και ο άνδρας της ο βασιλιάς ,θα  έκαναν πολύ καιρό να συνέλθουν και ούτε  θα χαμογελούσαν ποτέ , ούτε θα ακούγονταν γέλια και τραγούδια στο βασίλειό τους ποτέ . Μεγάλη συμφορά τους είχε βρει .  Αλλά η τύχη τους,  τους έδωσε άλλη μια ευκαιρία . 
Η Χαριτίνη κατάλαβε ότι θα έκανε κι άλλο παιδάκι.  Μια μικρή ελπίδα άρχισε να γλυκαίνει τις ψυχές τους. Περίμεναν με λαχτάρα το μωράκι που θα γεννιόταν μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού .
Πράγματι την τελευταία νύχτα του Ιουλίου , λίγα λεπτά πριν τα μεσάνυχτα , έφερε στο κόσμο ένα πεντάμορφο κοριτσάκι , και λίγο πριν φέξει ο ήλιος ξημερώνοντας η πρώτη μέρα του Αυγούστου , γεννήθηκε και το δεύτερο κοριτσάκι της . 
Δίδυμα κοριτσάκια , διπλή χαρά για τους πονεμένους γονείς . Αυτά τα κοριτσάκια , έφεραν και πάλι το γέλιο και την ευτυχία στο πολιτεία της Χαριτίνης και του άνδρα της του βασιλιά .
Αμέσως αυτός διέταξε να πετάξουν τα μαύρα πανιά και τα μαύρα πέπλα που είχαν σκεπάσει το παλάτι του  Να γεμίσουν με λουλούδια και φυτά όλους τους κήπους , να στολίσουν με τριανταφυλλί  κορδέλες τα μπαλκόνια και το θρόνο του με λουλουδένιες γιρλάντες και  μεταξωτά πέπλα  και να έρθουν οι μουσικάντιδες να τραγουδήσουν στα κοριτσάκια του  τραγούδια  μελωδικά , για να μάθουν τα αυτάκια τους να ακούν  ήχους  γλυκούς και όμορφους και να μην ακουστεί ποτέ ξανά κλάμα στο παλάτι . 
Κι όταν ήρθε ή ώρα να τους δώσει ονόματα , έγινε μεγάλο γλέντι που κράτησε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες . 
«Η πρώτη κόρη μου που γεννήθηκε λίγο πριν φύγει ο Ιούλιος θα ονομαστεί Ιουλία και η δεύτερη που γεννήθηκε με το πρώτο φως του Αυγούστου , θα ονομαστεί Αυγούστα .»        

Η Χαριτίνη βρήκε πάλι το χαμόγελό της , μόνο που τώρα ήταν θλιμμένο και παραπονεμένο .  Παρ’ όλη την ευτυχία που της έδιναν τα κοριτσάκια της , δεν μπορούσε να ξεχάσει τα χαμένα της αγόρια .   
Τα κοριτσάκια της δεν έμοιαζαν μεταξύ τους σαν δίδυμα , η Ιουλία έμοιαζε του πατέρα της και φοβόταν την θάλασσα , της άρεσε να τρέχει καβάλα πάνω  στο άλογο , μέσα στην αγκαλιά του και να πηγαίνουν για κυνήγι . Η Αυγούστα όμως ήταν ίδια η μητέρα της . Κάθε μέρα έτρεχε στην θάλασσα να κολυμπήσει και να παίξει με τα νερά  της .  
Μια μέρα η Χαριτίνη είδε ένα σημαδάκι στην κοιλίτσα της , έμοιαζε με την τρίαινα του πατέρα της του Ποσειδώνα .  Πρέπει να το είχε από γεννησιμιού της αλλά δεν φαινόταν καθαρά όσο ήταν μωρό .
Απόρησε , που η κόρη της είχε ένα τέτοιο σημάδι .
 Τι σήμαινε τάχα ;
Μετά από πέντε χρόνια , το πρώτο αυγουστιάτικο  πρωινό , την ώρα που οι πρώτες αχτίδες του  ήλιου ξεπρόβαλαν στον ουρανό , η Χαριτίνη πήρε την κόρη της την Αυγούστα  και έτρεξαν στην θάλασσα να κολυμπήσουν . Ήταν τα γενέθλια της και ήθελε να της κάνει ένα ξεχωριστό δώρο .
« Σήμερα κόρη μου γίνεσαι πέντε χρονών , χθες είχε τα γενέθλια της η Ιουλία και ο πατέρας σας  της έκανε δώρο ένα πανέμορφο άλογο , εσένα όμως σου αρέσει η θάλασσα γι αυτό θα πάμε να βουτήξουμε πολύ βαθιά μέσα στα νερά της και θα ψάξουμε να βρούμε κοχύλια και αστερίες .»
Το κοριτσάκι ξετρελάθηκε απ’ τη χαρά του . Επιτέλους θα έβλεπε το μαγικό βυθό που τόσες ιστορίες της έλεγε η μάνα της γι αυτόν , όταν τη νανούριζε να κοιμηθεί . 
Βούτηξαν στα βαθιά και κολυμπούσαν ώρες ατέλειωτες , χωρίς να χρειάζονται αέρα να αναπνεύσουν όπως οι κανονικοί άνθρωποι . 
Η μάνα της εξηγούσε όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα που έβλεπε η μικρή.  Τα κοράλια , τα κοχύλια , τους ιππόκαμπους και τους αστερίες , τα πολύχρωμα ψαράκια και τα θαλασσινά λουλούδια.
Η Αυγουστίνα είχε θαμπωθεί απ’ την εκπληκτική ομορφιά που αντίκριζε γύρω της.   Τότε ήρθαν τρία δελφίνια και άρχισαν να παίζουν μαζί της.  
Την έπαιρναν  στη ράχη τους και την πήγαιναν πέρα δώθε, την ανέβαζαν στην επιφάνεια της θάλασσας και μετά πάλι στο βυθό, της έδειχναν θαυμαστά  μέρη και σπηλιές θαλασσινές που ανθρώπου μάτι δεν είχε δει ποτέ .  Αλλά το πιο εκπληκτικό ήταν ότι μπορούσε να καταλάβει την γλώσσα τους . Ναι της μιλούσαν τα δελφίνια και εκείνη τα άκουγε μαγεμένη και έκπληκτη απ’ τη χαρά της . 
«Έλα τώρα να σε πάμε στη μαμά σου , να μην ανησυχεί και όποτε θέλεις να έρθεις  να παίξουμε πάλι μαζί .»
Η Χαριτίνη την περίμενε πάνω σε ένα πελώριο , πολύχρωμο  θαυμαστό κοράλι . Μόλις την είδε να έρχεται παρέα με τα τρία δελφίνια , η καρδιά της σκίρτισε .   Άρχισε να αγκαλιάζει και να φιλάει τα δελφίνια με συγκίνηση μεγάλη .  Κατάλαβε ποια ήταν.   
«Παιδιά μου , εσείς !  Χαμένα μου αγόρια  !»
 « Εμείς είμαστε μάνα , ήρθαμε να σου πούμε να μη στενοχωριέσαι και να σου δώσουμε ένα μήνυμα απ’ την καλή σου την παραμάνα . Κάτι που λησμόνησες  , το χρέος που οφείλεις   στην θεία σου την Μέδουσα.»
« Ωχ η άμοιρη … το είχα ξεχάσει . Παιδάκια μου τι έταξα η δόλια ; Πόσο ανόητη υπήρξα , θα μπορούσα να κάνω άλλη συμφωνία μαζί της , αλλά τότε δεν το σκέφτηκα απ’  την λαχτάρα μου να βγω στη στεριά . Τώρα τι να κάνω να λύσω αυτή τη κατάρα ;»
« Η καλή σου παραμάνα σου είχε πει τότε κάτι , αλλά εσύ δεν την άκουσες .  Αυτό ήρθαμε να σου πούμε τώρα .  Η κόρη σου η Αυγουστίνα έχει το σημάδι της γοργόνας στο κορμί της .  Στο αίμα της κυλάει το δικό σου πελαγίσιο αίμα .  Πρέπει να της πεις και να το ξέρει , πως όσα αρσενικά παιδιά κι αν κάνει , όλα θα της πάρει η Μέδουσα .  Θα έρθει κάποτε η στιγμή αργά ή γρήγορα  που θα της τα πάρει , όπως πήρε και μας .  Είναι ο φόρος υποτέλειας που πρέπει να πληρώσει .»
« Γιατί η κόρη μου να πληρώσει το δικό μου χρέος ;  Εγώ την ξεπλήρωσα την Μέδουσα με το να σας χάσω και να πληγωθώ βαθιά απ’ την απώλεια σας.»
« Γιατί έτσι είχες συμφωνήσει … στον αιώνα των αιώνων , όλες οι κόρες σου , οι εγγονές σου και οι δισεγγονές σου να πληρώσουν αυτό το βαρύ αντίτιμο. Όμως η καλή σου παραμάνα,   σου έδωσε μια τόσο δα ελάχιστη ευκαιρία .   Μόνο οι κόρες που θα έχουν αυτό το σημαδάκι σαν τρίαινα θα χάνουν τα παιδιά τους , γιατί είναι απ’ την δική σου γενιά και δεν θα μοιάζουν στους   στεριανούς πατέρες τους.»
Η δύστυχη Χαριτίνη αγκάλιασε σφικτά την κόρη της  να την προστατέψει απ’ το πόνο που θα ένιωθε αργότερα όταν θα είχε κι αυτή την ίδια μοίρα .  Έκλαψε  πικρά και τα δακρυά της κύλησαν στο βυθό κι έγιναν μαργαριτάρια και κρύφτηκαν μέσα στα κοράλια και στα κοχύλια . 

Γέμισε το πέλαγος μαργαριτάρια που κάποτε  μια μέρα  ξακουστοί δύτες θα βουτούσαν  στο βυθό να τα μαζέψουν θαμπωμένοι απ’  την ομορφιά τους και την μεγάλη τους αξία . 



ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ  

Ζηνοβία  Μαρνέζη  Αύγουστος  2011           

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

τα σκόρπια !!!

Θα  ξανάρθω
Όταν η βροχή θα πέφτει
Πάνω στα λουλούδια  του κήπου σου
Και θα με δεις
Όταν οι ηλιαχτίδες
Διώξουν τα σύννεφα
Μέσα στις σταγόνες
Που λάμπουν πάνω στα φύλλα
Κι αν μου μιλήσεις
Και μου πεις σ’ αγαπώ
Θα  φύγω και θα χαθώ
Στην αιώνια νύχτα
Της καρδιάς σου …..







Αιώνιε έφηβε
Όπως θα χάνεσαι
Στο βάθος του δρόμου
Μη γυρίσεις να με δεις
Θέλω να με θυμάσαι με την ορμή της νιότης μου
Μη δεις τις ρυτίδες του χρόνου
Θα ταραχθείς
Είναι το δικό σου πρόσωπο
Και θα λυπηθείς …..








Άνεμε του δειλινού

Έφερες μια αχνή μακρινή μελώδια
Σαν θρήνου  ενός βιολιού
Ξεχασμένου
Σαν παράπονο παιδιού
Που ζητάει να βγει απ’ τη λήθη
Μα η ψυχή είναι βαριά γιατί δεν έχει πια φτερά
Χαθήκαν μέσα  στου χρόνου
Την αχόρταγη  σπηλιά
Να αναζητά
Τους έρωτες που την τσακίσαν

Με τα φαρμακερά τους βέλη …







Ζηνοβία Μαρνέζη 2012







Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

ΜΕ ΤΙΣ ΑΜΠΛΟΚΑΡΙΣΤΕΣ


ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΔΕΙΠΝΟ 
ΜΕ ΤΙΣ  ΑΜΠΛΟΚΑΡΙΣΤΕΣ

Με μεγάλη χαρά δέχτηκα μια πρόσκληση για κουβεντούλα από τις Αμπλοκάριστες.  Μια γλυκιά παρέα από αξιόλογες γυναίκες που τους αρέσει η δημιουργία και η καλαισθησία.  Την γνωριμία μας θέλω να την παρουσιάσω κι εδώ στο δικό μου μπλόγκ. Την φαντάζομαι  σαν μια πρόσκληση σε επίσημο  δείπνο. Με το υπέροχο τραπέζι, με το λευκό λινό τραπεζομάντηλο, τις φίνες πορσελάνες, τα κρυστάλλινα ποτήρια και τα ασημένια μαχαιροπήρουνα.  Τέλειες  οικοδέσποινες !!! Και εννοείται με τα γευστικότατα εδέσματά τους που μόνο αυτές ξέρουν να προσφέρουν. Επειδή ήταν και φθινοπωράκι και είχε δροσίσει ο καιρός  είχαμε και το αναμμένο τζάκι για να προσθέσει  θαλπωρή και οικειότητα στο δείπνο μας !! 



Α:  Γιατί Αναίσθητοι και ονειροπόλοι;
Ζ.Μ. Ας  τα πάρω τα πράγματα απ’ την αρχή για να μπούνε σε μια τάξη. Στην αρχή υπήρχε το χάος!!! Σκεφτόμουν τα χρόνια που πέρασαν, την παλιά νοοτροπία, τις αλλαγές που συντελέστηκαν με  απίστευτη ταχύτητα. Πως ξεκινήσαμε και που μας πήγε η ζωή. Τι θα μπορούσα να πω, κάτι που δεν έχει ειπωθεί πλέον ; Όλα έχουν γίνει πια. Παρθενογένεση δεν υπάρχει σήμερα …και σπάσε εσύ το κεφάλι σου να βρεις κάτι πρωτότυπο.  Ήδη ο σπόρος είχε πέσει αλλά το χώμα άγονο  ακόμη….Μέχρι που έρχεται ο θειος Σαββοπουλος και υποδέχεται την νέα χιλιετία μ’ ένα καινούργιο  τραγούδι .

Σημαιοφόρισσα  στην λησμονιά να μην τους δώσεις
Να τους καλέσεις αύριο πλάι σου και λίγο να τους εμψυχώσεις
Είχε πολύ καημό πολύ λαχτάρα η εποχή  τους
Είχε πολλούς αναίσθητους μα και πολλούς ονειροπόλους

Με συγκίνησε  ..είμαι και συναισθηματική υπέρ του δέοντος, με άγγιξαν αυτοί οι στίχοι…..αλλά ακόμη υπήρχε  το χάος !
Σκεφτόμουν, ξανασκεφτόμουν ….εκεί που καθάριζα πατάτες και φρέσκα φασολάκια …. (  θάνατος … είναι οι γυναίκες που αγαπιούνται καθώς να καθαρίζουνε κρεμύδια)  Καρυωτάκης  ….άσχετο  …..
Θέλω να τονίσω την καθημερινότητα μου …όχι ότι το ζόρισα πολύ …σχεδόν καθόλου ….και εγένετο  φως  !!!

Α:  Πότε ξεκίνησες το βιβλίο ;
Ζ.Μ.  Την εποχή εκείνη ήμουν 43 ετών, πολύ νέα ακόμη για να σκέφτομαι περασμένες εποχές και αναμνήσεις της νιότης μου. Είχα δύναμη και ενέργεια και όλη τη ζωή μπροστά μου.  Μεγάλωνα μαζί με τα παιδιά μου σαν παιδί κι εγώ ή μάλλον σαν μεγαλύτερη αδελφή τους. Έτσι ένιωθα. Την πρωτοχρονιά του 2000 την περάσαμε οικογενειακά, πολύ όμορφα και ανέμελα. (  δεν είχαμε ανθρώπινες απώλειες ακόμη )  Τα συναισθήματα που είχα εκείνη την εποχή ήταν τόσο έντονα και δυνατά, σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και να διαλύσει τα πάντα. Όλη αυτή η συσσωρευμένη ενέργεια μαζεύτηκε μέσα μου και ένα χρόνο αργότερα ήρθε και έσκασε με την έμπνευση αυτού του βιβλίου. Έφτιαξα ένα κόσμο, μια κοινωνία από  πρόσωπα και χαραχτήρες που έζησαν και μεγάλωσαν τα τελευταία 50 χρόνια, μαζί με τις ιστορικές και πολιτισμικές εξελίξεις στην χώρα μας. Ο μόνος  τίτλος που θα μπορούσα να  δώσω στο βιβλίο μου ήταν αυτός Αναίσθητοι  και Ονειροπόλοι . Δεν καπηλεύτηκα τους στίχους  του ποιητή, έδωσα την δική μου ερμηνεία κα την δική μου ψυχή στους ήρωές μου . Αναίσθητοι για μένα είναι αυτοί που δεν υπολογίζουν τα συναισθήματα  των άλλων και ονειροπόλο αυτοί που έχουν όνειρα και ιδανικά για ένα καλύτερο κόσμο . 

Α: Τι συναισθήματα πραγματεύεται το μυθιστόρημα;
Ζ.Μ. :  Σχεδόν όλα τα συναισθήματα που διαφεντεύουν την ψυχή και το μυαλό μας. Έρωτας, αγάπη, φιλία και φιλότιμο, αξιοπρέπεια, περηφάνια, εγωισμός, αλαζονεία, πείσμα , μίσος, ζήλεια,
 φθόνος και εκδίκηση .

Α: Πολλά και δυνατά συναισθήματα, οι ήρωες  που τα εκφράζουν ποιοι είναι ;  Και πως μπήκαν μέσα στην ιστορία;
Ζ.Μ. : Αν πιστεύετε στα θαύματα αυτό το βιβλίο προέρχεται  από ένα θαύμα που φανερώθηκε μέσα στο μυαλό μου, στην αρχή σαν σκόρπια πρόσωπα που δένονταν αρμονικά μεταξύ τους μέχρι που έδωσαν ψυχή και ουσία, ολοκληρώθηκαν και έγιναν σημαντικές και αληθινές οντότητες. Ήσαν σαν να υπήρχαν αυτοί οι άνθρωποι και μιλούσαν μες το κεφάλι μου …να τους φανερώσω, να τους αναδείξω,  να μη ξεχαστούν.  Έζησα έξι χρόνια μαζί τους, να κυριαρχούν σ΄ολη μου τη καθημερινότητα. Δούλευα και σκεφτόμουν, έκανα οτιδήποτε  άλλο και σκεφτόμουν ….πως θα μιλήσουν, πως θα ενεργήσουν , πως θα  αντιδράσουν, τι επιπτώσεις θα έχουν οι επιλογές τους ποιο θα είναι το τέλος τους.  Εύκολο είναι να σκέφτεσαι, το δύσκολο είναι πως θα τα γράψεις και να μεταφέρεις  τα συναισθήματα που ζεις.
Σήμερα αποστασιοποιημένη απ’ όλη αυτή τη διαδικασία συνειδητοποιώ  πολλά πράγματα. Εικόνες και γεγονότα που είχαν κρυφτεί στο πίσω μέρος του μυαλού μου και ούτε καν τα θυμόμουν, έβγαιναν και τυπώνονταν  στο χαρτί χωρίς να τα κατανοώ εκείνη τη στιγμή. Πολλές φορές έφτασα σε αδιέξοδο, κουράστηκα από άλλες προσωπικές μου δυσκολίες, πολλές φορές είπα να τα παρατήσω, γιατί ίσως δεν άξιζε το κόπο, ίσως να ήταν παιδιάστικη βλακεία. Αλλά οι ίδιοι οι ηρωές μου δεν με άφηναν , με εκλιπαρούσαν σχεδόν …να μην τους ξεχάσω.
Τότε  καθόμουν να συνεχίσω την ιστορία μου, άδεια από έμπνευση και εκείνοι  έρχονταν και μου υπαγόρευαν την θέλησή τους. Ίσως το θεωρείται παρανοΐκό , αλλά είναι η αλήθεια.  Γι αυτό και είπα πως το βιβλίο είναι ένα θαύμα που συντελέστηκε μες το μυαλό μου. Οι φανταστικοί ήρωες που  εγώ είχα δημιουργήσει απόκτησαν σάρκα και ψυχή, ξέφυγαν από τα χέρια και την εξουσία μου και απόκτησαν δική τους βούληση και αυτονομία. Έγιναν παιδιά μου, τους αγάπησα όλους και  στους τέλος τους αθώωσα όλους ..ακόμα κι αυτούς που είχα για κακούς. …  γιατί κάθε ιστορία που σέβεται τον εαυτό της έχει τους καλούς και τους κακούς …η αιώνια πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό…εδώ ο θάνατος τους αθώωσε γιατί μαζί τους πέθανε και μια εποχή.     Μερικά ονόματα που χρησιμοποίησα δεν είναι τυχαία, ήθελα απλά, συνηθισμένα ονόματα και όχι βαρύγδουπα και δήθεν . Η Θεοδώρα και ο Τιμόθεος κρύβουν μέσα τους όλη τη ψυχική μου διάθεση . Θείο Δώρο που δέχεται κάποιος που τιμάει το Θεό. Αυτή η έμπνευση ήταν το Θειο δώρο μου κι εγώ το τίμησα.  Κάποτε το έλεγα « δώρον άδωρον»  όμως πήρα τη ανταμοιβή και σήμερα λέω πως θα είμαι ευγνώμων νυν και αεί …και δεν εννοώ υλική.  

Α: Υπάρχει ανατροπή για την ηρωίδα;
Ζ.Μ.  Βεβαίως και υπάρχει, η ζωή της είναι γεμάτη ανατροπές. Η ίδια είναι ένα πλάσμα ατίθασο και ασυμβίβαστο. Θα περάσει πολλά αλλά με πείσμα και δύναμη θα ξεπεράσει τις παγίδες. Το τέλος είναι ανατρεπτικό, δεν γυρίζει στην οικογενειακή συνάντηση στο πατρικό της, νιώθει πάλι μόνη και προδομένη, αλλά η τύχη της επιφυλάσσει  έναν έρωτα που θα της αλλάξει τη ζωή …είναι  η ανταμοιβή που ήθελα να της προσφέρω.  

Α: Τι ακολουθεί μετά ;
Ζ.Μ. Μια ολοκαίνουργια ιστορία, με νέα πρόσωπα και καταστάσεις. Στον παρόντα χρόνο αυτή τη φορά. Μέσα στο περιβάλλον αυτό θα δούμε και παλιά πρόσωπα όπως τη Δώρα και τον Άλκη τον νέο της έρωτα, αλλά θα κινούνται διακριτικά και αθόρυβα. Θα δούμε την εξέλιξη τους  δέκα χρόνια μετά.

Α: Ας κάνουμε και μια ενδοσκόπηση  στη  Ζήνα ….ποια στιγμή αυτού του βιβλίου σε απογοήτευσε;/
Ζ.Μ. Καμιά !!

Α: Όταν ολοκληρώθηκε τι σκέφτηκες;
Ζ.Μ. Σκέφτηκα επιτέλους  τελείωσα …αλλά σύντομα ένιωσα ένα απέραντο κενό ! Μου έλειψαν …κι άργησα πολύ να τους ξεπεράσω !

Α: Ποιο ή ποια είναι τα λογοτεχνικά έργα που θα ηθελες να γράψεις εσύ;
Ζ.Μ. Πολλά είναι αυτά.  Τα ματωμένα χώματα, η Λωξάντρα , το σπίτι των πνευμάτων της Αλιέντε ….πάρα πολλά, ζηλευτά και  αγαπημένα .

Α: Τι είναι αυτό που δεν αντέχεις να ζεις και να βλέπεις ;.
Ζ.Μ. Δεν αντέχω να βλέπω μικρά παιδιά να ζητιανεύουν  στους δρόμους και να πουλάνε διάφορα πράγματα από σκέτη εκμετάλευση. Δεν αντέχω να βλέπω αδέσποτα ζωάκια που τα έχουν εγκαταλείψει στο έλεος  του δρόμου τα αφεντικά τους. Δεν αντέχω να έχω γκρίνια και μιζέρια στη ζωή μου . Δεν αντέχω να ακούω τις μεγαλύτερες ανοησίες που μας τις πασάρουν σαν σοφίες.

Α: Τα  δήθεν δηλαδή. Και κάτι τελευταίο έτσι για να κλείσουμε αυτή τη κουβεντούλα μας με θετική ενέργεια. Κοιτώντας τα άστρα και βλέποντας ένα αστέρι να πέφτει κάνεις μια  ευχή; Αν ναι ποια είναι;  

Ζ.Μ. Πάντα με γοήτευε ο έναστρος  ουρανός, κάθομαι τις νύχτες και τον κοιτάζω, αλλά δεν προλαβαίνω να κάνω μια ευχή όταν βλέπω ένα αστέρι να πέφτει . Εκείνο που θα ήθελα να ευχηθώ είναι να μη αλλάξει η γη προς το χειρότερο, λόγω οικολογικής καταστροφής για να μπορούμε να χαιρόμαστε τη φύση και όλο της το μεγαλείο.     
 
Α:  Σε ευχαριστούμε πολύ Ζήνα γι αυτή  την κατάθεση ψυχής!

Ζ.Μ. Κι εγώ σας  ευχαριστώ πολύ για την ζεστή σας φιλοξενία και την ωραία ατμόσφαιρα που δημιουργήσατε για να μιλήσουμε εκ βαθέων για το βιβλίο μου !!

 Ζήνα Μαρνέζη .



Οκτώβριος 2011  

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

ΕΝΑ ΚΟΡΑΛΕΝΙΟ ΔΕΙΛΙΝΟ

















Ένα κοραλένιο  δειλινό  και η γνωριμία  μου με την Λαμπρινή , έδωσε  αυτό  το όμορφο βίντεο που  φτιάχτηκε  αυθόρμητα  και χωρίς κανένα προσχέδιο,  ένα  χρόνο πριν .  Εδώ  στην παραλία μας , μόνο που είχε  αέρα  εκείνη την ημέρα  και δεν φάνηκε  πόσο  γυαλί  και καθαρή είναι η θάλασσά μας.   Γι αυτό  με την επόμενη  ευκαιρία θα φτιάξουμε ένα  άλλο φέτος ...αρκεί να πετύχουμε  μπουνάτσα .




Αφιερωμένο στη  φίλη μου Λαμπρινή και την ευχαριστώ πολύ  για το υπέροχο  βιντεάκι  που μου χάρισε  . 

Ζήνα  Μαρνέζη   25-7-2013

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

ΠΗΝΕΛΟΠΗ









Ύφαινε κάθε  πρωινό
Το πέπλο η Πηνελόπη
Άδικη μοίρα έλαχε
Την μοναξιά της να εξυψώνει

Και κάθε βράδυ ξήλωνε
Ποτέ να μη τελειώνει
και τα ξεφτίδια άπλωνε
στα δέντρα  λυπημένη

κι ο άνεμος τα σκόρπαγε
….να φύγουν, να πετάξουν
Πάνω στο χώμα, στη φωτιά
Στη θάλασσα να φτάσουν

Μηνύματα που έστελνε
Στα κύματα  γραμμένα
Κανένας  δεν τα διάβαζε
Μες  στο  βυθό  χαμένα

Ποιος  είναι αυτός που θα μπορεί
Το τόξο να τεντώσει
Κι η μοναξιά να διαλυθεί
Το πέπλο  να τελειώσει

Μα δεν   κατάλαβε νωρίς
 Ίσως…  κι η νιότη  φταίει
Η μοναξιά  δεν είναι   επιλογής
Μα είναι  ζήτημα τιμής ……


Ζηνοβία 5-3 -2012

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

ΑΝΤΙΓΟΝΗ





ΑΝΤΙΓΟΝΗ











Πάνω στη πέτρα που θρηνούσε η Αντιγόνη
Είδα  χαραγμένη την οδύνη της
Αφουγκράστηκα τα λόγια της τα πικρά
"δεν γεννήθηκα  για να μισώ αλλά για να αγαπώ"
Τα δάκρυά της έγιναν σπόροι θαμμένοι στη γη
Για να βλαστήσουν σε καιρούς άλλους
Κι εγώ που γεννήθηκα
Απ’ το δάκρυ της μάνας μου
Και του πατέρα μου το γέλιο
Η μοίρα μου έταξε το δάκρυ μου να γίνεται γέλιο
Και το γέλιο μου δάκρυ
Να θρηνώ αιώνια τα αδέλφια τα άταφα
Πεσμένα στο χώμα …χωρίς σπονδές, χωρίς τιμές
Καταδικασμένη να πεθάνω  ζωντανή σε σκοτεινή σπηλιά
Κρυφά να φυτεύω τα δάκρυά μου, σπόρους σε άγονη γη
Και με το γέλιο μου να τους ζεσταίνω να διώξω τη παγωνιά
Κι η άνοιξη που κάποτε  θα ρθει




Να τους αγγίξει με το ζεστό της το 
φιλί
Να ανθίσουν …..


Ζηνοβία    14-2-2012  

Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

ΕΝΑ ΤΣΑΜΠΙ ΣΤΑΦΥΛΙ

ΕΝΑ ΤΣΑΜΠΙ ΣΤΑΦΥΛΙ


Ο ήχος  τρυπούσε το μυαλό μέσα στον ύπνο του , έψαξε με το χέρι του μέσα στο σκοτάδι να πατήσει το κουμπί το αναθεματισμένο … τα πήρε όλα κάτω … το ποτήρι με το νερό,  ένα βιβλίο, το πορτοφόλι, το πορτατίφ … Τρόμαξε να το βρει με τα μάτια θολωμένα απ’ τη νύστα … το ΄ριξε κι αυτό κάτω χωρίς να μπορέσει να το σταματήσει. Έβρισε μέσα απ’ τα δόντια του. Τάχα κάθε πρωί το ίδιο σκηνικό,  χρόνια ολόκληρα το ίδιο σκηνικό και δεν μπορεί ακόμα να συνηθίσει τον ήχο απ’ το ξυπνητήρι . Άλλαζε συνεχώς ξυπνητήρια μέχρι να βρει έναν ήχο γλυκό και ανάλαφρο … να μην τον πετάει έτσι βάρβαρα κάθε ξημέρωμα.
Μέχρι που κατάλαβε ότι δεν είναι ο ήχος που φταίει αλλά η δική του η κούραση.
 Από μικρό παιδί δεν είχε χορτάσει τον ύπνο …. Ποτέ δεν μπόρεσε να αφήσει τον εαυτό του να χορτάσει τον ύπνο,  ακόμα κι όταν δεν τον πίεζε κανείς, ακόμα κι όταν είχε ρεπό ή αργία. Το μυαλό του πάντα άγρυπνο να τρέχει μέσα σε όνειρα και εφιάλτες , μέσα σε δρομάκια σκοτεινά και αδιέξοδα, όνειρα ταλαιπωρίας … έτσι τα έλεγε.  Καταδικασμένο το μυαλό του να μη ξεκουραστεί ποτέ.
        Σηκώθηκε σκουντουφλώντας στο σκοτάδι να ανάψει το φως.  Κτύπησε το δαχτυλάκι του ποδιού του στο κομοδίνο και έβρισε πάλι. Πέντε  η ώρα χαράματα, δεν προλάβαινε να πιει ένα καφέ με την ησυχία του.  Να ανοίξει το βλέφαρο, να ξυπνήσει το κουρασμένο του μυαλό. Η κίνηση στους δρόμους θα ήταν  ασφυκτική  και μέχρι να φτάσει στη δουλειά του να κτυπήσει κάρτα, θα έφτανε πάλι αργοπορημένος. 
Το αφεντικό δεν το νοιάζει το μποτιλιάρισμα  και το χάος των δρόμων . Θέλει συνέπεια και επακριβώς  την ώρα της έναρξης … αλλιώς … ξέρεις πόσοι περιμένουν να σου φάνε τη θέση λεβέντη μου. Κολοτούμπες κάνουν για να βρουν τέτοια καλή δουλειά.     
Σέρνοντας τα πόδια του πήγε στη κουζίνα να φτιάξει καφέ στα τυφλά, μουρμουρίζοντας ότι ακατάληπτο του ερχόταν στη γλώσσα.
 Έξω σκοτάδι πυκνό ακόμα … η πόλη ξυπνούσε κι αυτή αργά και ραχάτικα … για να την στριμώξει ο χρόνος ο ανελέητος και να αρχίσει να τρέχει κι αυτή σαν μουρλή στους δρόμους τους αφιλόξενους, τους αγενείς, τους επικίνδυνους…  
Τα θολά του μάτια έπεσαν πάνω στο τραπέζι …. Τι είναι αυτό;   Μέσα σε μια ψάθινη φρουτιέρα, ένα χλωμό φως ….. ένα κεχριμπαρένιο χοντρόρογο  τσαμπί σταφύλι ….. Έπιανε όλη τη φρουτιέρα με το κάλλος του. Οι ρόγες του πλούσιες και αφράτες, γεμάτες χυμό … λαχταριστό να προκαλεί και να λέει …έλα φάε με …. Πάρε την τροφαντή γλυκιά δροσιά μου …..
Θύμωσε … πως βρέθηκε  εδώ αυτό το τσαμπί; Ποιος το έφερε;  Αυτός πάντως όχι ……. Χρόνια  έχει να φάει σταφύλια, τα μισεί, τα απεχθάνετε , δεν του αρέσουν,  δεν θέλει ούτε να τα βλέπει  βρε αδερφέ ……
Και τώρα  να το βλέπει μπροστά του σαν να τον περιγελά.
Ποιος μπήκε στο σπίτι του και το άφησε στο τραπέζι του;  Εδώ μέσα δεν μπαίνει κανείς,  μόνος του μαγκούφης μένει … ούτε κλειδιά έχει δώσει σε κάποιον .
Το κοιτάζει απορημένος και  τσαντισμένος … κάνει να το πιάσει να το πετάξει στο σκουπιδοντενεκέ.
Ο καφές του έβρασε και χύθηκε … απασχολημένος να φτιάξει άλλον, γλύτωσε το τσαμπί που παρέμεινε εκεί να τον προκαλεί  περιγελαστικά .
Πήρε το φλυτζάνι με το καινούργιο αχνιστό καφέ του και κάθησε στο τραπέζι να τον πιει, ψάχνοντας τα τσιγάρα του στη τσέπη του μπουφάν που κρεμόταν στον τοίχο .  Προσπάθησε να βάλει το μυαλό του σε λειτουργία γεμίζοντάς το καφεΐνη και νικοτίνη .  
Μήπως ονειρεύομαι ακόμα;  Ποιος το έφερε αυτό εδώ;  αναρωτήθηκε Άπλωσε το χέρι να το αγγίξει , να δει αν είναι αληθινό. Έσφιξε μια τσουπωτή ρόγα στα δάχτυλα και την έλιωσε , γέμισε χυμό το χέρι του . Το μύρισε και μετά το έγλυψε να νιώσει την γεύση του.
Τότε … ένα απαλό θρόισμα  της κουρτίνας και ένα αεράκι του άγγιξε τα μαλλιά. Αναστατώθηκε … μια γλυκιά παρουσία … μια έννοια, κάτι αόρατο ένιωσε στην κλειστή  ατμόσφαιρα της κουζινούλας του.
Δεν απόρησε … το δέχτηκε γαλήνια και χαμογέλασε τρυφερά.
Έριξε σ’ ένα  δεύτερο φλυτζάνι τον καφέ που είχε απομείνει στο μπρίκι και το έβαλε απέναντί του στο τραπέζι .  



Ξύπνα … άσε τώρα την ξάπλα  και την τεμπελιά . Σήκω να προλάβουμε την μέρα πριν βγει ο ήλιος .

Το μικρό αγόρι νυσταγμένο  υπάκουσε στην διαταγή του πατέρα του . Σκοτάδι ακόμα έξω , κι αυτοί έπρεπε να πάνε για ράντισμα  στα αμπέλια τους . Ο καιρός δεν περιμένει τα σταφύλια , θέλουν τακτική φροντίδα , κάθε μέρα σε θέλουν εκεί . Να κόψεις το βλαστάρι , να οργώσεις, να ραντίσεις , να ξεφυλλίσεις , να ρίξεις λίπασμα, να ποτίσεις   και …και συνέχεια .
Ο μικρός τράβαγε το λάστιχο του ραντιστικού και ο πατέρας του με την μάνικα έριχνε με πίεση πάνω στα κλήματα το δηλητήριο για να καταπολεμήσουν τις αρρώστιες των σταφυλιών .  Είχε συνηθίσει να αναπνέει αυτά τα δηλητήρια που έπνιγαν τα  την μύτη του μέχρι τα πνευμόνια του .
Έλα μη χαζεύεις . Άκουσε την θυμωμένη φωνή του πατέρα του . Τράβα το λάστιχο από δω … δεν βλέπεις που είμαι ;  Άντε κουνήσου …  πριν βγει ο ήλιος  δυο αράδες απομείνανε … άντε να τελειώσουμε παιδί μου .
Ο πατέρας  με το πρόσωπο σκαμμένο από την κούραση, λαχανιασμένος και αγχωμένος , μοχθούσε να σώσει τη σοδειά του. Να έχει καλό σταφύλι , να βρει να το πουλήσει σε καλή τιμή . Αυτά τα σταφύλια θα έθρεφαν την οικογένεια του για ένα χρόνο , μέχρι την επόμενη σοδειά . Κι αν η χρονιά ήταν καλή , θα περίσσευε και κάτι , αν όχι … δύσκολα για όλους ,με φρικτή οικονομία θα έβγαινε πέρα το εισόδημα . Για τον αγρότη μόνο ο Θεός συντρέχει . Να τον λυπηθεί και να του χαρίσει τον κατάλληλο καιρό , να γίνουν τα προΐόντα του και να πιάσει δυο δεκάρες παραπάνω .  Άγχος, κούραση, ιδρώτας  και ατέλειωτος μόχθος … πολλές φορές και χωρίς ανταμοιβή .
Οι πρώτες αχτίδες  πρόλαβαν δειλά και το αχνό φως έδιωξε το σκοτάδι εκείνη τη στιγμή που τέλειωσαν  και το ραντιστικό έπαψε πια να μουγκρίζει και να φτύνει το φυτοφάρμακο .
Ο πατέρας κάθησε στο καβάλι να ξαποστάσει κι έβγαλε, το θερμός με τον καφέ και το κολατσιό που με φροντίδα είχε φτιάξει η μάνα .

Έλα βρε … έλα να φας κάτι μη λέει μετά η μάνα σου πως σ’ αφήνω νηστικό .

Το παιδί κάθησε δίπλα του και άρπαξε με όρεξη το  ψωμοτύρι του .
 Ο πατέρας μύριζε  ιδρώτα με χώμα και φαρμάκι. Μια μυρωδιά που την έσερνε  ποτισμένη μέσα στο πετσί του , που δεν έφευγε ποτέ , ούτε με το  πλύσιμο.
Τι όμορφη  χαραυγή … αλλά ποιος να την απολαύσει. Η κούραση ήταν πιο δυνατή.

Βλέπεις ; Βλέπεις ποια είναι η ζωή μου ; Όταν σε μαλώνω να διαβάζεις αυτά σκέφτομαι . Να μάθεις γράμματα , να σπουδάσεις …. Να ξεφύγεις εσύ από δω ……. Να γίνεις άνθρωπος …. Άνθρωπος βρε …..      

Του έριξε χαΐδευτικά μια σφαλιάρα .
Έτσι μεγάλωνε , έτσι δεν του έλειπε τίποτα … ότι ζητούσε το είχε . Το χειμώνα διάβασμα σκληρό και τα καλοκαίρια στα αμπέλια να βοηθάει τον πατέρα .
Ύπνο σαν μικρό παιδί δεν χόρτασε … ο πατέρας του τον πέταγε άγρια κάθε ξημέρωμα, ενώ η μανούλα του πιο τρυφερή ερχόταν και του χάιδευε το κεφαλάκι και με γλυκιά φωνή του έλεγε … σήκω πουλάκι μου … εκείνος γύριζε πλευρό και της έκανε νάζια ….. ήθελε κι αυτός λίγο τρυφεράδα,  τι κι αν ήταν αγόρι … άσε λίγο καλέ μαμά . Κι εκείνη ετοιμόλογη του πέταγε το αγαπημένο της ρητό … γλυκός ο ύπνος το πρωί … γυμνός ο κώλος τη Λαμπρή ……. Το παιδί ξεκαρδιζόταν στα γέλια . Τι σημαίνει αυτό  καλέ μαμά .
 Να όποιος βαριέται να σηκωθεί να δουλέψει  δεν θα έχει τη Λαμπρή να πάρει καινούργια ρούχα και φαΐ . Του εξηγούσε με το απλοΐκό μυαλό της . Κουρασμένη κι αυτή απ’ τα γεννοφάσκια της .
Έτσι μεγάλωσε με σκληρή δουλειά και προσπάθεια , αλλά με πολύ αγάπη , κρυμμένη αγάπη χωρίς γλυκόλογα, χαΐδέματα και κανακέματα .    
Ανώριμος να καταλάβει την ιδιαίτερη τύχη του, πολλές φορές την είχε αναθεματίσει ,  βαρυγκομούσε και γκρίνιαζε.  Γιατί να μην έχει για πατέρα  απ’ αυτούς τους συγγενείς που έρχονταν από την πρωτεύουσα  να παραθερίσουν και να τα έχουν όλα στρωμένα κι έτοιμα  ; Γιατί να ανέχεται  τα κακομαθημένα και μυγιάγγιχτα  παιδιά τους που τον έβλεπαν με απαξίωση  και οίκτο όταν γύριζε απ’ το κτήμα , ενώ αυτά λιάζονταν στην παραλία ;
Κι ο φιλότιμος μέχρι βλακείας πατέρας του να τους πηγαίνει τα πεσκέσια , να τα τελαράκια με τα καλύτερα σταφύλια , να τα φρέσκα ζαρζαβατικά απ’ το μποστάνι . 
Ποιος υπολόγιζε το μόχθο αυτών των αγαθών που τα έπαιρναν σαν δεδομένα σαν έτοιμα χωρίς καμιά κούραση .  Ποιος σκέφτηκε τον ιδρώτα του πατέρα να τα καλλιεργεί , να τα φροντίζει με αγάπη και αφοσίωση  και να τα προσφέρει με χαρά στους συγγενείς πρωτευουσιάνους .
Ζήλευε πολύ μικρός . Νευρίαζε με την αγαθοσύνη του πατέρα του .
Να φύγω από δω , να περάσω σε μια σχολή και να φύγω . Να σπουδάσω και να βρω μια δουλειά ότι να ναι , μακριά από τα χτήματα μακριά . Και να μην ξαναφάω ποτέ σταφύλι στη ζωή μου .
Κι ήρθε ο καιρός και πέρασε στην σχολή . Μηχανολόγος ηλεκτρολόγος στο Πολυτεχνείο .
Ο πατέρας του ερχόταν απ’ τις λαΐκές της Αθήνας εκείνη την ημέρα. Μεσημέρι, κουρασμένος και ξαγρυπνισμένος απ’ τα χαράματα στο πόδι. Να φορτώσει στο αγροτικό τα καφάσια με τα σταφύλια του , να οδηγήσει μες την νύχτα  για να είναι στο πόστο του 6 ή ώρα το πρωί . Να στήσει τον πάγκο του, να ξεπουλήσει.  Να πιάσει φρέσκο χρήμα ζεστό , για το παιδί του . Θα είχε πολλά έξοδα τώρα … αγωνιούσε να δει … πέρασε το καμάρι του ;
Οδηγούσε… και  το ραδιόφωνο έλεγε  τα ονόματα των επιτυχόντων . Ήταν στην εθνική οδό , όταν άκουσε το πολυπόθητο .
Το όνομα του γιου του … πέρασε … πέρασε , το παιδί του είναι πλέον φοιτητής.  Ξέφυγε απ’ την μοίρα του . Το παιδί του θα γίνει άνθρωπος ! Μπήκε σ’ ένα βενζινάδικο και σταμάτησε για να το χωνέψει .
Εκεί … στο πάρκιν , άφησε τα δάκρια της χαράς να κυλήσουν χωρίς ντροπή απ’ τα μάτια του.
Αυτός ο άντρακλας , που έπιανε με τις χερούκλες του την πέτρα και την έστυβε,  έκλαψε … έκλαψε γιατί οι κόποι του δεν πήγανε χαμένοι.


Του βρήκε ένα δωμάτιο με χωλ κουζίνα και μπάνιο … όχι τίποτα πολυτελείας,  ένα αξιοπρεπές διαμέρισμα ήταν, καθαρό και βολικό . Το νοίκιαζε από μια πελάτισσα στη λαΐκή που της πούλαγε  σταφύλια.  Καλή κυρία και σοβαρή η σπιτονοικοκυρά του .  Κάθε Τρίτη ερχόταν κι ο πατέρας στην λαΐκή που γινόταν ακριβώς έξω από την πολυκατοικία.  Του κουβάλαγε του κόσμου τα καλούδια και τα σπιτικά φαγητά της μανούλας του … μη πεινάσει το καμάρι της και αδυνατίσει …τώρα που ήταν μακριά της.  
Κατέβαινε κι αυτός με το πάσο του , ανέμελος και ξένοιαστος φοιτητής … να δει και λίγο τον πατέρα του μήπως και χρειαστεί κάτι .

Χρυσάφι πουλάω σήμερααααα , για περάστε να δοκιμάσετεεεεεεε , τέτοια ραζακιά  κυρία μου δεν θα βρεις αλλού .

Απλωμένα πάνω στον πάγκο του όλων των λογιών τα σταφύλια , κεχριμπαρένιο κέρινο , χρυσή ραζακιά και κατακόκκινη φράουλα , όλα διαλεχτά και ολόφρεσκα . Οι πελάτες συνωστίζονταν μπροστά στο πάγκο , τα έπιαναν , τα ζουλούσαν , γκρίνιαζαν για την τιμή , έφευγαν ή αγόραζαν με χίλια παρακάλια ένα δυο κιλά.  

Πάρε κυρία μου φράουλα διαλεχτή , να φτιάξεις γλυκό άλλο πράμα . Μέχρι και την συνταγή τους έδινε … θα την ξεφλουδίσεις μία μια τη ρόγα θα βγάλεις τα κουκουτσάκια και θα τη δέσεις μ’ ένα κιλό ζάχαρη και μετά θα βάλεις άσπρα μυγδαλάκια.       
Μπα … πολύ φασαρία … θα πάρω τη ραζακιά να τη φτιάξω χωρίς ξεφλούδισμα .

Τόσο νογάγανε οι πρωτευουσιάνες να φτιάξουν γλυκό σταφύλι … μόνο η ποικιλία φράουλα κάνει το γλυκό πετυχημένο , αλλά η ευκολία τους ….
Η κάθε μια με τη γνώμη της κι αυτός με το χαμόγελο να προσπαθεί να μη στενοχωρήσει τους πελάτες του … γιατί ως γνωστόν έχουν πάντα δίκιο .
Κι όταν ξεπουλούσε , του πέρναγε η κούραση και μετρούσε τα  λεφτά χαμογελαστός , έβγαζε μερικά από το μάτσο και του τα δινε. 

Πάρε να έχεις λεφτά , είσαι ολόκληρος άνδρας τώρα , πάρε να έχεις να κερνάς τις κοπελιές , με οικονομία όμως εε ; Μη σε πιάσουν και κορόιδο ! 

Κι ήρθε ο καιρός που τα χρόνια δείξανε σκληρά πάνω στο πρόσωπο του πατέρα. Μια μέρα εκεί που τον έβλεπε να μοχθεί και να παρακαλάει …

Πάρε … πάρε κυρία μου χρυσάφι χαρίζω σήμερα … δυο κιλά εκατό δραχμές τσάμπα … τσάμπα ..

Κάτι έσπασε μέσα του ….. ο άντρακλας ο πατέρας του , να εκλιπαρεί να πουλήσει … να εκλιπαρεί ….. να έχει κλείσει η φωνή του  ραγισμένη και βραχνή . Να έχει σηκωθεί απ’ τη μαύρη νύχτα  να οδηγήσει μέχρι εδώ  και το μεσημέρι να γυρίσει να πάει να κόψει τα αυριανά σταφύλια και πάλι κάθε μέρα ίδια και απαραλλάχτη …. Μια ατέλειωτη  κούραση …….

Πατέρα δεν χρειάζεται πλέον να τρέχεις στις λαΐκές , δώσ’ τα σ’ ένα έμπορα . Καιρός να ξεκουραστείς …….
Τι λες ; Θα τα πάρει για πενταροδεκάρες ο έμπορας … Δεν τα πάω καλύτερα στο ζαμπόχο ;*   Εγώ  είμαι ακόμα γερός . Τι νομίζεις ότι γέρασα ;

Πεισματάρης και περήφανος, νόμιζε πως θα ξοφλούσε έτσι η ζωή του αν καθόταν επιτέλους να ξεκουραστεί . 
Άφησε τον καιρό να περνά και σπάνια πήγαινε να τον δει στις λαΐκές, ώσπου    τον έπιασε και του μίλησε ένας νεαρός που είχε  τον διπλανό πάγκο .
Δεν πάει καλά ο πατέρας σου  … για πρόσεξέ τον κάπου τα χάνει .
Ανησύχησε , άρχισε να παρακολουθεί την συμπεριφορά του. Στην αρχή δεν φαινόταν καθαρά, αλλά  άρχισε να ξεχνάει βασικά πράγματα, να μπερδεύει τα λόγια του, να μην μπορεί να φτιάξει μια σωστή πρόταση. Το ύφος του είχε γίνει αφηρημένο κι είχε αποκτήσει το μακάριο βλέμμα ενός παιδιού που δεν έχει καμιά σκοτούρα στο μυαλό. Γελούσε χωρίς λόγο , προσπαθούσε να πει κάτι και οι λέξεις χάνονταν μες τη γλώσσα του   ασυνάρτητες χωρίς νόημα .
Η διάγνωση σκληρή … αλτσχαΐμερ .  Η νόσος της εποχής …….
Αυτή ήταν η ανταμοιβή του αγώνα του … του μόχθου του … του ιδρώτα του που μύριζε  χώμα και φυτοφάρμακα .
Δέκα χρόνια έζησε έτσι μακάρια στα τελευταία του , δεν τον άγγιζε τίποτα πια ευτυχισμένος μέσα στα σκοτάδια του μυαλού του .
Ήταν άνοιξη όταν τον ειδοποίησε η μάνα πως δεν έχει πια ζωή ο πατέρας . Είναι ετοιμοθάνατος.  Πήγε στο πατρικό του … η αυλή γεμάτη με ανθισμένα γεράνια και πελαργόνια, τριανταφυλλιές και πασχαλιές . Όργιο χρωμάτων και ευωδιών  … όπως κάθε χρόνο κάθε άνοιξη .  Μάης μήνας !!!
Τα τσαμπάκια στα κλίματα  έδεναν το καρπό , αλλά εκείνος δεν θα τα έβλεπε ποτέ ξανά .  Ταλαιπωρήθηκε  να ξεψυχίσει , όπως ταλαιπωρήθηκε και να ζήσει. 
Έτσι έφυγε … μέσα στου Μαγιού τις μυρωδιές, την ίδια μέρα που είχε έρθει στη ζωή !

Άστα όλα να ρημάξουν είπε στην μάνα του . Εγώ δεν θα ασχοληθώ με τα χτήματα , ούτε σταφύλι θα ξαναφάω στη ζωή μου .  Έχω καλή δουλειά στο εργοστάσιο  είμαι μηχανολόγος και παίρνω καλά λεφτά .
Τα χτήματα  δώστα  μισακά , μη σε δω να τα δουλέψεις εσύ πάλι !
Έτσι δεν ήθελε ο πατέρας ;  Να σπουδάσω … να γίνω άνθρωπος !

Ένα δροσερό φύσημα του χαΐδεύει το πρόσωπο. Ξημέρωσε. Το πρώτο φως τρύπωσε απ’ τις κλειστές γρίλιες.
Πως βρέθηκε αυτό το τσαμπί το σταφύλι εδώ; Δεν θυμάται να το αγόρασε αυτός.  Ποιος το έφερε;
Η κουρτίνα ανέμισε πάλι για λίγο και μετά απόμεινε ακούνητη  .
Η ατμόσφαιρα έγινε πνιγηρή.
Πήρε το τσαμπί και βγήκε στο μπαλκόνι. Κοίταζε τα φώτα στις απέναντι πολυκατοικίες που άναβαν σιγά σιγά. Η πόλη ξυπνούσε , στο ίδιο γρανάζι κάθε μέρα.    
Δεν τον ένοιαζε που περνούσε η ώρα …
Κάθησε σε μια πολυθρόνα και άρχισε να τρώει μία μία τις ρόγες του σταφυλιού  ….
 Τα μάτια του έτρεχαν κόμπους  κόμπους τα δάκρυα …. Εκείνα…  τα δανεικά του πατέρα του όταν άκουσε ότι έγινε άνθρωπος ………

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ  .....................


  






 
Μια δική μου συμμετοχή  στο περιοδικό  ΑΝΤΙ  Χ ΛΟΓΟΥ
δημοσιεύτηκε  στο  τεύχος  Μαρτίου 2012 


14 -9 -2011 Ζηνοβία Μαρνέζη     

Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

MAG NEWS magazine


ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ 
 1)  Ζήνα μου, μίλησέ μου λίγο για σένα.Τα παιδικά σου χρόνια, τα εφηβικά σου όνειρα. Πότε και πως άρχισε το ταξίδι σου στον κόσμο της γραφής; Γράφεις από μικρή;

Αν γυρίσω πίσω στις παιδικές μου μνήμες , θα θυμηθώ ένα χαρούμενο και ξένοιαστο παιδί . Είχα την τύχη , να μεγαλώσω σε ένα ευλογημένο τόπο , ( τον περιγράφω γλαφυρά και στο βιβλίο μου ) εύφορο και παραλιακό , με ανθρώπους φιλόξενους που νοιάζονταν για τον διπλανό  τους . Και σε χρόνια που τα παιδιά έπαιζαν στις αλάνες , έτρεχαν με τα ποδήλατα στους χωματόδρομους, σκαρφάλωναν στις μάντρες να δουν σινεμά όταν δεν είχαμε  χαρτζηλίκι για εισητήριο και τα γόνατά μας και οι αγκώνες μας ήσαν πάντα  γκρατζουνισμένοι από τα πεσίματα ...παράσημα της ξένοιαστης ζωής μας.   Η σχολική μας τάξη μας ένωνε όλους σαν αδέλφια .  Τώρα όταν τύχει να    συναντήσω  κάποια ή κάποιον   συμμαθητή από το δημοτικό, χαίρομαι,  λέω μέσα μου αυτός είναι αδελφός μου ή αδελφή μου . Γιατί δεν είχαμε μεταξύ μας ανταγωνισμούς και διαφορές .
 Επίσης είχα την τύχη να γεννηθώ σε μια οικογένεια δεμένη , με τους παππούδες τις γιαγιάδες , θείους, θείες και ξαδέλφια. Ο παππούς ήρθε πρόσφυγας απ’ την Μικρά Ασία και ξαναδημιούργησε απ’ την αρχή την ζωή του . Πατριαρχική νοοτροπία , ήθελε γύρω του τα παιδιά και τα εγγόνια του. Θυμάμαι όλες τις γιορτές να μαζευόμαστε στο σπίτι του και να γιορτάζουμε Χριστούγεννα και Πασχαλιές . Αλλά και τις καθημερινές εκεί στο σπίτι του βρισκόμασταν πάλι σαν κλωσσοπουλάκια στην ποδιά της γιαγιάς. Ο πατέρας μου μου μετάδωσε  την αγάπη του  για το διάβασμα και τα βιβλία. Δεν λυπόταν να χαλάσει λεφτά για να μου πάρει όποιο βιβλίο ήθελα και μουσικούς δίσκους. Αλλά κι εγώ χαιρόμουν πολύ αυτά τα δώρα
Μου άρεσε πολύ το διάβασμα ( εξωσχολικών βιβλίων εννοείται) και κρατούσα σημειώσεις με σκέψεις μου,  έγραφα ημερολόγιο και σκάρωνα  ιστορίες από οτιδήποτε που προκαλούσε εντύπωση . Ως  έφηβη ήμουν απόλυτα αιθεροβάμων,  πετούσα  στα σύννεφα ...αλλά είναι και φυσιολογικό για την ηλικία . 
Τα εφηβικά μου όνειρα ήσαν όνειρα θερινής νυχτός ανέφικτα.  Ονειρευόμουν ταξίδια μακρινά… άπλωνα κάτω τους χάρτες και ταξίδευα με τη φαντασία μου . Έβρισκα σε εγκυκλοπαίδειες την ιστορία και την πολιτιστική κουλτούρα των λαών και των τόπων που ήθελα να βρεθώ και φανταζόμουν   μέσα μου ιστορίες . Μάλιστα είχα σκεφτεί και τον τρόπο που θα έκανα πραγματικότητα τα ταξίδια μου. Θα έφτιαχνα ένα μουσικό συγκρότημα και θα κάναμε περιοδείες. Είχα βρει και το όνομα του γκρουπ  και το δικό μου καλλιτεχνικό ψευδώνυμο. Ζήτησα λοιπόν από τον πατέρα μου να με στείλει σε δάσκαλο μουσικής . Το είχαμε  φτιάξει  το γκρουπάκι μας και δίναμε  συναυλίες σε σχολικές  γιορτές . Αυτά ήσαν τα ανέφικτα όνειρα μια ανόητης έφηβης . Υπήρχαν όμως και τα εφικτά. Φανταζόμουν τον εαυτό μου σαν δασκάλα ή καθηγήτρια . Δεν έγινε τίποτα απ’ όλα αυτά πραγματικότητα . Δεν μετανιώνω για την πορεία που ακολούθησα , γιατί έφτιαξα μια όμορφη και δεμένη οικογένεια με το σύζυγο μου και τα παιδιά μου .        

 2)Τι σημαίνει για  σένα το γράψιμο; Τι είναι εκείνο που σε εμπνέει για  να γράψεις; Τι είναι αυτό που κάνει τελικά ένα συγγραφέα να θέλει να δημιουργήσει ; 
Για μένα το γράψιμο είναι μια διέξοδος . Επειδή δεν είμαι ιδιαίτερα ομιλιτικό άτομο ,θέλω να βγάλω τις σκέψεις μου και τις ανησυχίες μου στο χαρτί . Μια μελώδια ή οι στίχοι ενός τραγουδιού που θα με αγγίξουν και θα με συγκινήσουν μου δίνουν την έμπνευση να δημιουργήσω μια ιστορία .
Νομίζω πως όλοι  οι συγγραφείς αυτή την ανάγκη τους εξωτερικεύουν . Να δώσουν κομμάτι απ’ την ψυχή και το μυαλό τους  για να βρει μια δίοδο να περάσει η συσσωρευμένη ενέργεια των καταπιεσμένων συναισθημάτων τους .  Αυτό σημαίνει έμπνευση για μένα . Ο πόνος που εκφράζεται με ένα τραγούδι , με ένα πίνακα ζωγραφικής με μια ιστορία που θα τυπωθεί σ ΄ένα βιβλίο .  Είναι η ευαισθησία του  ανθρώπου που την εκφράζει με την καλλιτεχνική του φύση .
 3) Γράφεις συνήθως οργανωμένα και προσχεδιασμένα ή λειτουργείς με μια αιφνίδια έμπνευση; 

 Η διαδικασία είναι απλή και συνηθισμένη νομίζω. Υπάρχει ένα σχέδιο , με αρχή, μέση και τέλος, υπάρχουν τα πρόσωπα και η μυθοπλασία  και όλα περιπλέκονται ωραία και αρμονικά για να αρχίσει το γράψιμο . Στην πορεία όμως οι ίδιοι οι ήρωες ξεφεύγουν και αποκτούν δική τους βούληση . Ζωντανεύουν , γίνονται πρόσωπα υπαρκτά και ζητάνε άλλη διέξοδο . Και εγώ που τους έχω  δημιουργήσει δεν μπορώ να τους το αρνηθώ και ξεφεύγω μαζί τους με ξαφνικές και διαφορετικές επιλογές .  Νιώθω πως εγώ γίνομαι το μέσον που θα  χρησιμοποιήσουν για να εκφραστούν και να πορευτούν μέσα στην πλοκή της ιστορίας τους .

4) H ηρωίδα σου  μια χαμηλών τόνων γυναίκα που έχει περάσει δύσκολες  καταστάσεις και κρύβει μέσα της ένα βαθύ πόνο. Ωστόσο  θα τα καταφέρει να παλέψει  να βρει τη δύναμη και το κουράγιο να συνεχίσει . Εσύ είσαι έτσι στην προσωπική σου ζωή; Μαχήτρια; 
  

Η βασική ηρωίδα η Δώρα που αφηγείται  στον γιο της , την ιστορία της , είναι ένα πλάσμα δυναμικό , αλλά και ευαίσθητο . Είναι γυναίκα με πάθος , με εγωισμό  με πείσμα και αξιοπρέπεια . Αναγνωρίζει τα λάθη της αλλά δεν συγχωρεί εύκολα αυτούς που την πλήγωσαν . Δεν ξέρω αν περιγράφω εμένα αλλά ξέρω πως θα αγωνιζόμουν κι εγώ για το δίκιο μου . Μαχήτρια με την έννοια πατάω επι πτωμάτων για να αξιωθώ εγώ , όχι δεν είμαι . Μαχήτρια για το σωστό και το δίκαιο είμαι .


 5) Ένα εξαιρετικό βιβλίο  που διαθέτει κι ένα πολύ όμορφο εξώφυλλο. Τα εξώφυλλα παίζουν ρόλο στην πώληση; 

 Ναι πάντα ένα όμορφο εξώφυλλο τραβάει το μάτι . Κάτι πρωτότυπο και διαφορετικό  σου κινεί την περιέργεια να το ξεφυλλίσεις . 

6) Πολλές φορές  όμως παραπλανά . 

Ναι πολλές φορές παραπλανά ένα εξώφυλλο που δεν έχει σχέση με την μυθοπλασία του βιβλίου. Πολλές φορές ούτε ο τίτλος έχει σχέση.  Για να διαλέξω ένα βιβλίο, το πιάνω , το ξεφυλλίζω , διαβάζω την περίληψη και βλέπω και τις μέσα σελίδες του , αν η γραμματοσειρά  είναι καλή . Παίζουν πολλά ρόλο σε ένα βιβλίο για να τραβήξει την προσοχή. Είναι και το κλικ που θα σου κάνει με τη πρώτη ματιά.   

 7)«Αναίσθητοι και ονειροπόλοι» Το πρώτο σου βιβλίο. Πες μου λίγα πράγματα γι αυτό . 
 Αναίσθητοι και ονειροπόλοι  μου είναι μια ολόκληρη κοινωνία ανθρώπων . Είναι τα βιώματά μου, όπως τα έζησα εγώ , στον τόπο και στον χρόνο μου . Ήθελα να δώσω αυτό ακριβώς , μέσα στα τελευταία 50  χρόνια του αιώνα που έφυγε.  Την ευημερία, τις αλλαγές της νοοτροπίας μας, την πολιτιστική και τεχνολογική  ανάπτυξη στην καθημερινή μας ζωή . Να μιλήσω για το χωριό μου , για τα παιδικά μας χρόνια , για τις εφηβικές ανησυχίες μας και για την κατάληξη μας μέχρι την πρώτη μέρα του 2000 . Άλλαζε η χιλιετία και εμείς θα ανήκαμε πλέον σε περασμένο αιώνα . Ίσως να ένιωθα ενδόμυχα , ότι θα άλλαζαν και πολλά άλλα πράγματα , όπως και δυστυχώς έγινε , κι ήθελα να κρατήσω την παιδική αισιοδοξία μας και τον νεανικό ενθουσιασμό και αυθορμητισμό μας , τυπωμένο σ΄ ένα βιβλίο για να μην ξεχαστούμε .  

8) Πόσο δύσκολο είναι ένας συγγραφέας να πετύχει την έκδοση του πρώτου του μυθιστορήματος από κάποιον εκδοτικό οίκο; Πόσο δύσκολο ήταν για σένα; 

Για ένα πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα, είναι πολύ δύσκολα τα  πράγματα στον κόσμο των εκδόσεων. Θα πρέπει να τους πείσει το κείμενο ότι αληθινά αξίζει να εκδοθεί. Από εκεί και πέρα είναι ζήτημα χρόνου. Εγώ το πήγα μόνο στον Εκδοτικό οίκο Λιβάνη και απλώς περίμενα. Είχα θετικές κριτικές και τελικά εκδόθηκε μέσα σ’ ένα χρόνο.   

9)Νιώθεις απόλυτα ελεύθερη κατά τη συγγραφή ή μήπως υπάρχουν φορές που αισθάνεσαι ότι εισβάλουν παρά την θέλησή σου επιρροές από άλλα αναγνώσματα σου;  
Όταν γράφω νιώθω απόλυτα ελεύθερη να γράψω όπως εγώ τα σκέφτομαι και τα εννοώ μέσα στο  μυαλό μου. Ίσως μερικές φορές να συμπίπτουν οι δικές μου απόψεις με άλλα αναγνώσματα, αλλά παρθενογένεση δεν υπάρχει πλέον στη λογοτεχνία. Έχουν ειπωθεί σχεδόν όλα. Πολλά βιβλία μοιάζουν στην θεματολογία τους , αλλά έχουν την προσωπική σφραγίδα κάθε συγγραφέα, που λειτουργεί με την δική του ευαισθησία και λογική. Αλλιώς θα το αναπτύξω εγώ , αλλιώς κάποιος άλλος. Όμως  σίγουρα υπάρχουν λογοτεχνικοί θησαυροί, μεγάλων και κλασσικών συγγραφέων που μ’ έχουν επηρεάσει ως προς το ύφος και τη γλώσσα. 

10) Τώρα ετοιμάζεις κάτι καινούργιο, έτσι δεν είναι; 
Ναι έχω έτοιμο το δεύτερο βιβλίο μου, που εγκριθεί προς έκδοσην από τις εκδόσεις Λιβάνη. Κι  αυτό το βιβλίο μου το αγάπησα πολύ και το πίστεψα . Είναι πιο ανάλαφρο και περιγράφει με χιούμορ ίσως και με αστείο τρόπο, δύσκολες καταστάσεις και τραγικές συμπτώσεις που συμβαίνουν στους ανθρώπους. Έχω καινούργια πρόσωπα και καινούργια μυθοπλασία αλλά έχω και ορισμένα πρόσωπα απ’ το πρώτο μου βιβλίο που κινούνται διακριτικά και αθόρυβα στο πλαίσιο της ιστορίας μου . Θα δούμε λοιπόν την ζωή τους 10 χρόνια μετά, που βρίσκεται η Δώρα και  ο γιος της. Τι τους επιφύλαξε η ζωή τους. Κεντρικές ηρωίδες μου  εδώ είναι η Ναυσικά και η Μαρίνα δυο νέες συνομήλικες κοπέλες που γνωρίζονται επεισοδιακά. Μια μυστική συμφωνία που έγινε πριν από χρόνια αποκαλύπτεται από ένα τραγικό γεγονός. Κι αυτό  το βιβλίο μου είναι πολυπρόσωπο γεμάτο ανατροπές και εκπλήξεις. Ανυπομονώ να το δω τυπωμένο και να το χαρώ. 

 11)Τα μελλοντικά σου σχέδια;
 Τα μελλοντικά μου σχέδια;  Δύσκολο να τα εκφράσω γιατί οι καιροί είναι δύσκολοι και δεν βλέπουμε φως και ελπίδα από πουθενά. Εγώ αυτό που μπορώ να κάνω είναι να γράφω τις ιδέες μου και να τις χαρίζω σε φίλους που θέλουν να τις διαβάσουν.

 12)Τι ονειρεύεσαι; 
Ονειρεύομαι ένα κόσμο ειρηνικό. Να έχουν οι άνθρωποι εργασία κα μισθό για να ζουν με αξιοπρέπεια, απλότητα και ευτυχία. Για τα νέα παιδιά να κάνουν την δική τους επανάσταση και αντίσταση, στο σάπιο κατεστημένο και να αναδείξουν μέσα από τον αγώνα τους ένα νέο τρόπο ζωής. Προσωπικά για μένα εύχομαι να είμαι με την οικογένεια μου καλά, να έχουμε υγεία,  να απολαύσω μαζί με τον σύντροφό μου στιγμές  οικογενειακής θαλπωρής, όταν θα μαζεύουμε κι εμείς σαν τα κλωσοπουλάκια τα εγγόνια μας στο σπιτικό μας .  Σ΄ ευχαριστώ πολύ Μαρία μου για την κουβεντούλα μας  και την γνωριμία μας . 

Ζηνοβία Μαρνέζη .   Νοέμβριος  2011